Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Thirstiness
01
δίψα, αφυδάτωση
a physiological need to drink
02
δίψα, έντονη επιθυμία
strong desire for something (not food or drink)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thirstinesses
03
ξηρασία, δίψα
a deficiency of moisture (especially when resulting from a permanent absence of rainfall)
Λεξικό Δέντρο
thirstiness
thirsty
thirst



























