Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Thirst
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He satisfied his thirst with a refreshing glass of lemonade after mowing the lawn.
Ικανοποίησε τη δίψα του με ένα δροσιστικό ποτήρι λεμονάδας αφού κούρεψε το γρασίδι.
1.1
δίψα, λαχτάρα
an intense desire or craving for something
Παραδείγματα
She had a thirst for knowledge that drove her studies.
Είχε μια δίψα για γνώση που οδηγούσε τις σπουδές της.
to thirst
01
νιώθω δίψα, έχω δίψα
to experience a physical need or desire to drink liquids
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
thirst
γ΄ ενικό πρόσωπο
thirsts
ενεστώτα μετοχή
thirsting
απλός αόριστος
thirsted
παθητική μετοχή
thirsted
Παραδείγματα
to experience a physical need or desire to drink liquids
νιώθω δίψα (σημαίνει να βιώνεις μια σωματική ανάγκη ή επιθυμία να πιεις υγρά)
Λεξικό Δέντρο
thirsty
thirst



























