thesis
the
ˈθi:
thi
sis
sɪs
sis
thespisthemisthetistmesis

Ορισμός και σημασία του "thesis"στα αγγλικά

01

διατριβή, πτυχιακή εργασία

an original piece of writing on a particular subject that a candidate for a university degree presents based on their research 
thesis definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
theses
Παραδείγματα
She spent months conducting experiments and analyzing data for her thesis, which was an essential part of her university degree in chemistry. 

Πέρασε μήνες διεξάγοντας πειράματα και αναλύοντας δεδομένα για τη διατριβή της, η οποία ήταν ένα ουσιαστικό μέρος του πτυχίου της στη χημεία.

02

διπλωματική εργασία, πρόταση

a statement that someone presents as a topic to be argued or examined 
Παραδείγματα
In the debate, Sarah presented the thesis that stricter gun control laws would lead to a decrease in gun-related violence. 

Στη συζήτηση, η Σάρα παρουσίασε την θέση ότι αυστηρότεροι νόμοι ελέγχου όπλων θα οδηγούσαν σε μείωση της βίας που σχετίζεται με τα όπλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store