test drive
test
tɛst
test
drive
draɪv
draiv

Ορισμός και σημασία του "test drive"στα αγγλικά

01

δοκιμαστική οδήγηση, test drive

an opportunity to drive a vehicle to evaluate its performance before purchase 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
test drives
Παραδείγματα
He scheduled a test drive for the new model. 

Προγραμματίστηκε μια δοκιμαστική οδήγηση για το νέο μοντέλο.

to test drive
01

δοκιμάζω, κάνω δοκιμαστική οδήγηση

to drive a vehicle temporarily, usually to assess its performance and suitability before purchasing 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
test drive
γ΄ ενικό πρόσωπο
test drives
ενεστώτα μετοχή
test driving
απλός αόριστος
test drove
παθητική μετοχή
test driven
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store