billowing
bi
ˈbɪ
bi
llowing
ləʊɪng
lewing
bellowing

Ορισμός και σημασία του "billowing"στα αγγλικά

01

κυματιστός, φουσκωμένος

(often of smoke, fabric, or clouds) swelling, rolling, or moving outward or upward in large, smooth waves or folds 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most billowing
συγκριτικός βαθμός
more billowing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Billowing smoke rose from the burning building. 

Κυματιστός καπνός αναδυόταν από το κτίριο που έκαιγε.

Λεξικό Δέντρο

billowing
billow
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store