Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
billowing
01
κυματιστός, φουσκωμένος
(often of smoke, fabric, or clouds) swelling, rolling, or moving outward or upward in large, smooth waves or folds
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most billowing
συγκριτικός βαθμός
more billowing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dress had billowing sleeves that fluttered gracefully.
Το φόρεμα είχε φουσκωτά μανίκια που ανέμιζαν με χάρη.
Λεξικό Δέντρο
billowing
billow



























