Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
billowing
01
κυματιστός, φουσκωμένος
(often of smoke, fabric, or clouds) swelling, rolling, or moving outward or upward in large, smooth waves or folds
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most billowing
συγκριτικός βαθμός
more billowing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
movement, appearance, substances
Παραδείγματα
Billowing smoke rose from the burning building.
Κυματιστός καπνός αναδυόταν από το κτίριο που έκαιγε.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
billowing
billow



























