to billow
Pronunciation
/ˈbɪɫoʊ/

Ορισμός και σημασία του "billow"στα αγγλικά

to billow
01

φουσκώνω, κυματίζω

to expand in a blowing or puffing motion as if by the action of wind or some force within
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
billow
γ΄ ενικό πρόσωπο
billows
ενεστώτα μετοχή
billowing
απλός αόριστος
billowed
παθητική μετοχή
billowed
Παραδείγματα
The surfer watched the huge waves billow up ahead of him.
Ο σέρφερ παρακολουθούσε τα τεράστια κύματα να φουσκώνουν μπροστά του.
02

φουσκώνω, διευρύνομαι

to swell out by internal pressure, as with air or gas
Παραδείγματα
Her full skirt billowed around her as she spun in circles.
Η φουσκωτή της φούστα φούσκωσε γύρω της καθώς γυρνούσε σε κύκλους.
03

φουσκώνω, κυματίζω

to rise, roll, or surge like large ocean waves
Intransitive
Παραδείγματα
Thick fog billowed around the streetlights.
Πυκνή ομίχλη κυματιζόταν γύρω από τους φανούς του δρόμου.
04

ξεχύνομαι, προχωρώ με δυσκολία

to move or push forward with great difficulty, often in a mass
Intransitive
Παραδείγματα
The soldiers billowed forward through the mud.
Οι στρατιώτες προχωρούσαν με δυσκολία μέσα από τη λάσπη.
01

κύμα, φλοίσβος

a large rolling wave, especially at sea
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
billows
Παραδείγματα
The horizon was dotted with white billows.
Ο ορίζοντας ήταν διάστικτος με λευκούς κύματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store