Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to billow
01
φουσκώνω, κυματίζω
to expand in a blowing or puffing motion as if by the action of wind or some force within
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
billow
γ΄ ενικό πρόσωπο
billows
ενεστώτα μετοχή
billowing
απλός αόριστος
billowed
παθητική μετοχή
billowed
Παραδείγματα
Black smoke billowed from the chimney of the burning building.
Ο μαύρος καπνός αναδυόταν σε κύματα από την καμινάδα του κτιρίου που έκαιγε.
02
φουσκώνω, διευρύνομαι
to swell out by internal pressure, as with air or gas
Παραδείγματα
The life jacket billowed up as the sailor pulled the inflation cord.
Το σωσίβιο φούσκωσε καθώς ο ναύτης τράβηξε το σχοινί του φουσκώματος.
03
φουσκώνω, κυματίζω
to rise, roll, or surge like large ocean waves
Intransitive
Παραδείγματα
The waves billowed toward the shore.
Τα κύματα κυματίζαν προς την ακτή.
04
ξεχύνομαι, προχωρώ με δυσκολία
to move or push forward with great difficulty, often in a mass
Intransitive
Παραδείγματα
The crowd billowed through the narrow alley.
Το πλήθος ξεχύθηκε μέσα από το στενό σοκάκι.
Billow
01
κύμα, φλοίσβος
a large rolling wave, especially at sea
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
billows
Παραδείγματα
The ship rose and fell with the billows.
Το πλοίο ανέβαινε και κατέβαινε με τα κύματα.
Λεξικό Δέντρο
billowing
billow



























