Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Terzetto
01
τρία, τρίο
the cardinal number that is the sum of one and one and one
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
terzettos
LanGeek



























