Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Terror
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The sudden loud noise filled him with terror.
Ο ξαφνικός δυνατός θόρυβος τον γέμισε τρόμο.
02
τρόμος, διαβολάκι
a child who causes constant trouble or mischief
Παραδείγματα
Their youngest is a real terror.
Ο μικρότερος τους είναι ένας πραγματικός τρόμος.
03
τρόμος, φόβητρο
a person who provokes intense fear
Παραδείγματα
The bandit became a terror to the region.
Ο ληστής έγινε τρόμος για την περιοχή.
04
τρόμος, τρομοκρατία
the deliberate use of severe fear as a tool of coercion, often tied to political aims
Παραδείγματα
The regime governed through terror.
Το καθεστώς κυβέρνησε μέσω τρόμου.
Λεξικό Δέντρο
terrorism
terrorist
terrorize
terror



























