Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Terror
Παραδείγματα
The haunted house experience left them shaking in terror.
Η εμπειρία στο στοιχειωμένο σπίτι τους άφησε να τρέμουν από τρόμο.
02
τρόμος, διαβολάκι
a child who causes constant trouble or mischief
Παραδείγματα
She joked that her nephew was a lovable terror.
Αστειεύτηκε ότι ο ανιψιός της ήταν ένας αξιολάτρευτος τρόμος.
03
τρόμος, φόβητρο
a person who provokes intense fear
Παραδείγματα
The assassin was a known terror in the city.
Ο δολοφόνος ήταν ένας γνωστός τρόμος στην πόλη.
04
τρόμος, τρομοκρατία
the deliberate use of severe fear as a tool of coercion, often tied to political aims
Λεξικό Δέντρο
terrorism
terrorist
terrorize
terror



























