Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
territorial
01
εδαφικός
regarding a specific region or territory
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The territorial boundaries of the national park are clearly marked on the map.
Τα εδαφικά όρια του εθνικού πάρκου σημειώνονται ξεκάθαρα στον χάρτη.
02
εδαφικός, προστατευτικός της περιοχής
(of animals) protective of a specific area, space, or domain, often showing aggression or vigilance toward intruders
Παραδείγματα
Male lions are highly territorial and guard their pride from outsiders.
Οι αρσενικοί λιοντάροι είναι πολύ εδαφικοί και προστατεύουν την αγέλη τους από ξένους.
03
εδαφικός, εδαφικός
belonging to or under the jurisdiction of a specific state, ruler, or governing authority
Παραδείγματα
Territorial waters are regulated by international law.
Τα επικράτεια ύδατα ρυθμίζονται από το διεθνές δίκαιο.
Territorial
01
εδαφικός, εδαφική μονάδα
a military unit assigned to defend a specific geographic area
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
territorials
Παραδείγματα
The territorial was deployed along the border during the exercise.
Το εδαφικό αναπτύχθηκε κατά μήκος των συνόρων κατά τη διάρκεια της άσκησης.
02
εδαφικός, εδαφική πολιτοφυλακή
a nonprofessional soldier serving in a territorial military unit
Παραδείγματα
The territorial reported for duty on weekends and public holidays.
Ο εδαφικός αναφέρθηκε για υπηρεσία τα σαββατοκύριακα και τις αργίες.
Λεξικό Δέντρο
nonterritorial
territoriality
territorialize
territorial
territory



























