Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Terrace
01
ταράτσα, μπαλκόνι
a flat paved area, particularly one next to a building or restaurant, where people can sit, eat, relax, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
terraces
Παραδείγματα
She enjoyed reading on the sunny terrace.
Απολάμβανε να διαβάζει στον ηλιόλουστο πεζούλι.
02
ταράτσα, συνεχόμενα σπίτια
a row of houses connected together due to being in one block and sharing the same style
Dialect
British
03
ταράτσα, πλατφόρμα
a level shelf of land interrupting a declivity (with steep slopes above and below)
to terrace
01
δημιουργώ πεζούλες, κατασκευάζω τεράτσες
to create stepped levels or flat areas on sloped land to prevent erosion and make the land suitable for farming or forestry
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
terrace
γ΄ ενικό πρόσωπο
terraces
ενεστώτα μετοχή
terracing
απλός αόριστος
terraced
παθητική μετοχή
terraced
Παραδείγματα
The reforestation project involved terracing the land to plant trees on the steep terrain.
Το έργο αναδάσωσης περιλάμβανε τη δημιουργία αναβαθμίδων στη γη για να φυτευτούν δέντρα στην απότομη τοπογραφία.
02
προσθέτω βεράντα, εξοπλίζω με βεράντα
provide (a house) with a terrace



























