terms
Pronunciation
/ˈtɝmz/

Ορισμός και σημασία του "terms"στα αγγλικά

01

όροι, σχέσεις

the mutual relationship between people, groups, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
terms
02

όροι, προϋποθέσεις

the amount of money needed to purchase something
03

όροι, προϋποθέσεις

the conditions included in a contract or agreement
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store