termagant
ter
ˈtɜ:
ma
gant
gənt
gēnt

Ορισμός και σημασία του "termagant"στα αγγλικά

01

στρίγκλα, φιλόνικη

a woman who is harsh-tempered, constantly scolding, and often quarrelsome 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
termagants
θηλυκό ενικό
termagant
neutral form
shrew or scold
Παραδείγματα
The play's main character is portrayed as a termagant who terrorizes her family. 

Ο κύριος χαρακτήρας του έργου απεικονίζεται ως μια φιλόνικη γυναίκα που τρομοκρατεί την οικογένειά της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store