Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tenure
01
περίοδος, θέση
a period or condition of holding a position
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tenures
Παραδείγματα
After years of research and teaching, she finally achieved tenure as a professor at the university.
Μετά από χρόνια έρευνας και διδασκαλίας, κατάφερε τελικά να αποκτήσει μόνιμη θέση ως καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο.
02
κατοχή, δικαίωμα ιδιοκτησίας
the right to hold property; part of an ancient hierarchical system of holding lands
03
μόνιμη θέση, μόνιμη σύμβαση εργασίας
a secure and permanent employment contract that ensures job stability; often granted to professors or teachers
Λεξικό Δέντρο
tenure
ten



























