Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tense up
01
τεντώνω, γερνώ
to create a state of tension and discomfort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
tense
ενεστώτας
tense up
γ΄ ενικό πρόσωπο
tenses up
ενεστώτα μετοχή
tensing up
απλός αόριστος
tensed up
παθητική μετοχή
tensed up
Παραδείγματα
The unexpected news about the project delay tensed up the entire team.
Τα απρόσμενα νέα για την καθυστέρηση του έργου έντασαν ολόκληρη την ομάδα.
02
τεντώνομαι, νευριάζω
to feel nervous without any specific reason
Παραδείγματα
Whenever he enters a crowded room, he tends to tense up.
Κάθε φορά που μπαίνει σε ένα γεμάτο δωμάτιο, τείνει να τεντώνεται.



























