tenant
te
ˈtɛ
te
nant
nənt
nēnt
pennant

Ορισμός και σημασία του "tenant"στα αγγλικά

01

ενοικιαστής, μισθωτής

someone who pays rent to live in someone else's house, room, etc. 
tenant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tenants
Παραδείγματα
As a tenant, he's responsible for keeping the apartment clean. 

Ως ενοικιαστής, είναι υπεύθυνος για τη διατήρηση του διαμερίσματος καθαρό.

02

ενοικιαστής, ένοικος

an occupant residing in a place, typically a building or property 
Παραδείγματα
The apartment building had several tenants, each occupying their own unit on different floors. 

Το πολυκατάστημα είχε αρκετούς ενοικιαστές, καθένας από τους οποίους κατείχε τη δική του μονάδα σε διαφορετικούς ορόφους.

03

ενοικιαστής, ένοικος

a holder of buildings or lands by any kind of title (as ownership or lease) 
to tenant
01

νοικιάζω, καταλαμβάνω ως ενοικιαστής

occupy as a tenant 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tenant
γ΄ ενικό πρόσωπο
tenants
ενεστώτα μετοχή
tenanting
απλός αόριστος
tenanted
παθητική μετοχή
tenanted

Λεξικό Δέντρο

cotenant
tenantry
tenant
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store