temporal
tem
ˈtɛm
tem
po
ral
rəl
rēl

Ορισμός και σημασία του "temporal"στα αγγλικά

01

προσωρινός, φευγαλέος

not lasting forever 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most temporal
συγκριτικός βαθμός
more temporal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He realized the joys of childhood are temporal and soon fade away. 

Συνειδητοποίησε ότι οι χαρές της παιδικής ηλικίας είναι προσωρινές και σύντομα εξαφανίζονται.

02

προσωρινός, κοσμικός

related to worldly life rather than spiritual matters 
Παραδείγματα
She decided to spend less on temporal goods and donate more to the church. 

Αποφάσισε να ξοδεύει λιγότερα σε κοσμικά αγαθά και να δωρίζει περισσότερα στην εκκλησία.

03

κροταφικός, προσωρινός

associated with or located in the region of the temples, which are the sides of the head above the ears 
04

χρονικός, προσωρινός

of or relating to or limited by time 
05

προσωρινός, κοσμικός

of this earth or world 
01

χρονικός, χρονικός ρόλος

the semantic role of the noun phrase that designates the time of the state or action denoted by the verb 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
temporals
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store