Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Temple
01
ναός, ιερό
a building used for worshiping one or several gods, used by some religious communities, especially Buddhists and Hindus
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
temples
Παραδείγματα
They visited the ancient temple to offer prayers and seek blessings.
Επισκέφτηκαν τον αρχαίο ναό για να προσφέρουν προσευχές και να ζητήσουν ευλογίες.
Παραδείγματα
He rubbed his temples to ease the headache.
Τρίψιμο των κροτάφων του για να ανακουφίσει τον πονοκέφαλο.
03
συναγωγή, ναός
(Judaism) the place of worship for a Jewish congregation
04
ναός, ιερό
an edifice devoted to special or exalted purposes



























