Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tempest
01
θύελλα, καταιγίδα
a strong and violent storm characterized by high winds, heavy rain, thunder, and lightning
02
θύελλα, ταραχή
a violent commotion or disturbance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tempests



























