Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
telling
01
αποκαλυπτικός, σημαντικός
showing something that was meant to be hidden, often unintentionally
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most telling
συγκριτικός βαθμός
more telling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His nervous glance was a telling sign of guilt.
Το νευρικό του βλέμμα ήταν ένα καταφατικό σημάδι ενοχής.
02
εντυπωσιακός, σημαντικός
producing an important, strong, or powerful effect
Παραδείγματα
The director's speech was a telling moment for the audience.
Η ομιλία του σκηνοθέτη ήταν μια σημαντική στιγμή για το κοινό.
03
πειστικός, αποτελεσματικός
having power to strongly persuade
Παραδείγματα
The lawyer made a telling argument in court.
Ο δικηγόρος έκανε ένα πειστικό επιχείρημα στο δικαστήριο.
Telling
01
αφήγηση, διήγηση
the act of conveying information to someone by words
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tellings
Παραδείγματα
The teacher's telling of the schedule helped students plan their week.
Η αφήγηση του προγράμματος από τον δάσκαλο βοήθησε τους μαθητές να προγραμματίσουν την εβδομάδα τους.
02
αφήγηση, αφήγημα
an act of recounting events or stories
Παραδείγματα
The novel's telling of the adventure captivated readers.
Η αφήγηση της περιπέτειας στο μυθιστόρημα συνεπήρε τους αναγνώστες.
03
αποκάλυψη, μαρτυρία
revealing information, often about someone else, which may provide evidence or insight
Παραδείγματα
The witness's telling helped the police solve the case.
Η αφήγηση του μάρτυρα βοήθησε την αστυνομία να λύσει την υπόθεση.
Λεξικό Δέντρο
tellingly
telling
tell



























