Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tell apart
[phrase form: tell]
01
διακρίνω, ξεχωρίζω
to distinguish the differences between things or people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
apart
βασικό ρήμα
tell
ενεστώτας
tell apart
γ΄ ενικό πρόσωπο
tells apart
ενεστώτα μετοχή
telling apart
απλός αόριστος
told apart
παθητική μετοχή
told apart
Παραδείγματα
Some people struggle to tell apart certain colors due to color blindness.
Μερικοί άνθρωποι δυσκολεύονται να διακρίνουν ορισμένα χρώματα λόγω αχρωματοψίας.



























