telex
Pronunciation
/ˈtɛˌɫɛks/

Ορισμός και σημασία του "telex"στα αγγλικά

01

τηλέτυπο, μηχανή τηλέτυπου

a character printer connected to a telegraph that operates like a typewriter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
telexes
02

τηλέτυπο, σύστημα τηλετύπου

an international system of sending and receiving messages using a phone line and a teletypewriter
to telex
01

τελέξω, επικοινωνώ με τελέξ

communicate by telex
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
telex
γ΄ ενικό πρόσωπο
telexes
ενεστώτα μετοχή
telexing
απλός αόριστος
telexed
παθητική μετοχή
telexed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store