Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Telex
01
τηλέτυπο, μηχανή τηλέτυπου
a character printer connected to a telegraph that operates like a typewriter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
telexes
02
τηλέτυπο, σύστημα τηλετύπου
an international system of sending and receiving messages using a phone line and a teletypewriter
to telex
01
τελέξω, επικοινωνώ με τελέξ
communicate by telex
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
telex
γ΄ ενικό πρόσωπο
telexes
ενεστώτα μετοχή
telexing
απλός αόριστος
telexed
παθητική μετοχή
telexed



























