Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Telegraph pole
01
τηλεγραφικός στύλος, τηλεφωνικός στύλος
a tall straight wooden piece that is used to support telephone or telegraph wires
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
telegraph poles
LanGeek



























