telecom
te
ˈtɛ
τε
le
lɪ
λι
com
kɒm
κομ

Ορισμός και σημασία του "telecom"στα αγγλικά

01

τηλεπικοινωνίες, τηλεκόμ

(often plural) systems used in transmitting messages over a distance electronically 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
telecoms

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store