Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tegument
01
επικάλυμμα, φυσική προστατευτική κάλυψη του σώματος
a natural protective body covering and site of the sense of touch
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
teguments
Λεξικό Δέντρο
integument
tegument



























