tegument
te
ˈtɛ
τε
gu
gjʊ
γκγου
ment
mənt
μαντ
tenement

Ορισμός και σημασία του "tegument"στα αγγλικά

01

επικάλυμμα, φυσική προστατευτική κάλυψη του σώματος

a natural protective body covering and site of the sense of touch 
tegument definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
teguments

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

integument
tegument
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store