teenager
Pronunciation
/ˈtiˌneɪdʒɝ/

Ορισμός και σημασία του "teenager"στα αγγλικά

01

έφηβος, νεανίας

a person aged between 13 and 19 years
teenager definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
teenagers
Παραδείγματα
Many teenagers use social media to stay connected with peers.
Πολλοί έφηβοι χρησιμοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα για να παραμείνουν σε επαφή με τους συνομηλίκους τους.

Λεξικό Δέντρο

preteenager
teenager
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store