technicality
tech
ˌtɛk
tek
ni
ni
ca
ˈkæ
li
ty
ti
ti
principalityimmortalitycriminalityoriginality

Ορισμός και σημασία του "technicality"στα αγγλικά

01

τεχνική λεπτομέρεια, τεχνική διάταξη

a trivial detail or a specific provision within a rule, law, or procedure 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
technicalities
Παραδείγματα
In the legal field, understanding the technicalities of a contract is crucial for drafting accurate and enforceable agreements. 

Στο νομικό πεδίο, η κατανόηση των τεχνικών λεπτομερειών ενός συμβολαίου είναι κρίσιμη για τη σύνταξη ακριβών και εκτελέσιμων συμφωνιών.

02

τεχνικότητα

the use of specialized terms or methods specific to a particular field or subject 
Παραδείγματα
The researcher's paper was praised for its attention to technicalities, such as accurate data analysis. 

Το άρθρο του ερευνητή επαινέθηκε για την προσοχή του στις τεχνικές λεπτομέρειες, όπως η ακριβής ανάλυση δεδομένων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store