techie
te
ˈtɛ
te
chie
ki
ki
tekkireccyBecky

Ορισμός και σημασία του "techie"στα αγγλικά

01

τεχνολόγος, γκικ

a person who is very interested in or knowledgeable about technology 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
techies
Παραδείγματα
The techie helped fix my laptop in minutes. 

Ο τεχνόφιλος βοήθησε να επισκευάσω το φορητό μου υπολογιστή σε λίγα λεπτά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store