Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Techie
01
τεχνολόγος, γκικ
a person who is very interested in or knowledgeable about technology
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
techies
Παραδείγματα
She 's the go-to techie whenever there's a problem with the Wi-Fi.
Είναι η τεχνολόγος στην οποία απευθύνονται κάθε φορά που υπάρχει πρόβλημα με το Wi-Fi.



























