teat
teat
tit
τιτ
/tˈiːt/

Ορισμός και σημασία του "teat"στα αγγλικά

01

θηλή, μαστός

the part of the body of a female mammal from which the young suck milk
teat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
teats
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store