Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Teat
01
θηλή, μαστός
the part of the body of a female mammal from which the young suck milk
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
teats
θηλυκό ενικό
teat
neutral form
nipple



























