Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tear up
[phrase form: tear]
01
σκίζω, κομματιάζω
to rip something into small pieces
Transitive: to tear up paper
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
tear
ενεστώτας
tear up
γ΄ ενικό πρόσωπο
tears up
ενεστώτα μετοχή
tearing up
απλός αόριστος
tore up
παθητική μετοχή
torn up
Παραδείγματα
In anger, he tore the contract up and walked away.
Στο θυμό του, σκίστηκε το συμβόλαιο και έφυγε.
02
αρχίζω να κλαίω, συγκινούμαι
to begin to cry or become emotional
Intransitive
Παραδείγματα
Even the smallest gestures of kindness make her tear up, a testament to her sensitive nature.
Ακόμη και οι μικρότερες πράξεις καλοσύνης την κάνουν να δακρύσει, μια απόδειξη της ευαίσθητης φύσης της.



























