Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tear off
01
remove by pulling or ripping violently and forcefully
γραμματικές πληροφορίες
ομαλό
ενεστώτας
tearing off
απλός αόριστος
tore off
παθητική μετοχή
torn off
LanGeek
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
remove by pulling or ripping violently and forcefully
LanGeek