tear gas
tear
tɪə
tie
gas
gɑ:s
gaas
teargas

Ορισμός και σημασία του "tear gas"στα αγγλικά

01

δακρυγόνο, δακρυγόνο

a gas that irritates the eyes and causes tears, used to control or disperse crowds 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Police used tear gas to break up the protest. 

Η αστυνομία χρησιμοποίησε δακρυγόνα για να διαλύσει τη διαδήλωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store