Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tear down
[phrase form: tear]
01
κατεδαφίζω, καταστρέφω
to destroy something completely
Transitive: to tear down sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
tear
ενεστώτας
tear down
γ΄ ενικό πρόσωπο
tears down
ενεστώτα μετοχή
tearing down
απλός αόριστος
tore down
παθητική μετοχή
torn down
Παραδείγματα
The city decided to tear the unsafe structure down for safety reasons.
Η πόλη αποφάσισε να κατεδαφίσει το επικίνδυνο κτίριο για λόγους ασφαλείας.



























