Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tear down
01
κατεδαφίζω, καταστρέφω
to destroy something completely
Transitive: to tear down sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
tear
ενεστώτας
tear down
γ΄ ενικό πρόσωπο
tears down
ενεστώτα μετοχή
tearing down
απλός αόριστος
tore down
παθητική μετοχή
torn down
Παραδείγματα
The decision to tear down the old stadium was met with mixed reactions.
Η απόφαση να γκρεμιστεί το παλιό γήπεδο συναντήθηκε με ανάμικτες αντιδράσεις.



























