Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tear away
01
ξεκολλώ, σκίζω
to forcefully rip something or remove it from its place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
tear
ενεστώτας
tear away
γ΄ ενικό πρόσωπο
tears away
ενεστώτα μετοχή
tearing away
απλός αόριστος
tore away
παθητική μετοχή
torn away
Παραδείγματα
The child tore away the wrapping paper to reveal the gift.
Το παιδί ξέσχισε το χαρτί περιτυλίγματος για να αποκαλύψει το δώρο.
02
αποσπώ, αποσπούν την προσοχή
to forcibly separate someone from what they were doing, disrupting their focus or enjoyment
Παραδείγματα
The urgent call had the power to tear her away from the relaxing weekend getaway.
Η επείγουσα κλήση είχε τη δύναμη να την αποσπάσει από το χαλαρωτικό σαββατοκύριακο διακοπών.



























