tax evasion
tax
ˈtaks
taks
e
ɪ
i
va
veɪ
vei
sion
ʒən
zhēn

Ορισμός και σημασία του "tax evasion"στα αγγλικά

01

φοροδιαφυγή, φορολογική απάτη

the illegal acts done to pay less tax than what is owed or to avoid paying taxes altogether 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tax evasions
Παραδείγματα
The wealthy businessman was convicted of tax evasion after it was discovered that he had hidden millions of dollars in offshore accounts. 

Ο πλούσιος επιχειρηματίας καταδικάστηκε για φοροδιαφυγή αφού ανακαλύφθηκε ότι είχε κρύψει εκατομμύρια δολάρια σε λογαριασμούς offshore.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store