tawny owl
taw
ˈtɔ:
το
ny
ni
νι
owl
aʊl
αουλ

Ορισμός και σημασία του "tawny owl"στα αγγλικά

01

χουχουριστής, καφετιά κουκουβάγια

a mid-sized Eurasian bird of prey of the owl family that has reddish brown plumage and is mostly found in woodlands 
tawny owl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tawny owls

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store