Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tawdry
01
φανταχτερός, επιδεικτικός αλλά χωρίς γούστο
gaudy or attention‑seeking in appearance, but lacking real value, refinement, or taste
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
tawdriest
συγκριτικός βαθμός
tawdrier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ballroom was decorated with tawdry tinsel and plastic jewels.
Η αίθουσα χορού ήταν διακοσμημένη με φανταχτερά στριφτά χαρτιά και πλαστικά κοσμήματα.
02
ανήθικος, επονείδιστος
immoral, shameful, or disreputable; often describing actions, situations, or reputations that feel morally degraded or sleazy
Παραδείγματα
The scandal revealed tawdry details about the politician's private life.
Το σκάνδαλο αποκάλυψε ασχήμους λεπτομέρειες για την προσωπική ζωή του πολιτικού.
Λεξικό Δέντρο
tawdrily
tawdriness
tawdry
tawdr



























