Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tawdry
01
φανταχτερός, επιδεικτικός αλλά χωρίς γούστο
gaudy or attention‑seeking in appearance, but lacking real value, refinement, or taste
Παραδείγματα
The flashy ad campaign gave the product a tawdry, insincere image.
Η επιδεικτική διαφημιστική καμπάνια έδωσε στο προϊόν μια επιδεικτική και ανειλικρινή εικόνα.
02
ανήθικος, επονείδιστος
immoral, shameful, or disreputable; often describing actions, situations, or reputations that feel morally degraded or sleazy
Παραδείγματα
Gossip magazines thrived on such tawdry revelations.
Τα περιοδικά κουτσομπολιού ευδοκίμησαν με τέτοιες φαύλες αποκαλύψεις.
Λεξικό Δέντρο
tawdrily
tawdriness
tawdry
tawdr



























