Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tasteful
01
καλαίσθητος, με γούστο
choosing or doing things with good taste and presenting them in a classy and appealing manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tasteful
συγκριτικός βαθμός
more tasteful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She decorated her living room in a tasteful combination of neutral colors and elegant furniture.
Διακόσμησε το σαλόνι της με μια γευστική συνδυασμό ουδέτερων χρωμάτων και κομψών επίπλων.
Λεξικό Δέντρο
distasteful
tastefully
tastefulness
tasteful
taste



























