Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tartar
01
τάρταρος, κρέμα ταρτάρ
a salt used especially in baking powder
02
τάρταρος, οδοντόλιθος
a hard substance that is formed on the teeth and may cause dental cavity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tartars
03
μεγαιρα, μάγισσα
a fiercely vigilant and unpleasant woman
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
tartaric
tartar



























