Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tarsier
01
ταρσιέρος, μικρό πρωτεύον
a small primate species found in Southeast Asia, known for their distinctive appearance characterized by large eyes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tarsiers



























