Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tarnish
01
θολώνω, σκουραίνω
to make dull, dark, or discolored as a consequence of exposure to air, dust, or moisture
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tarnish
γ΄ ενικό πρόσωπο
tarnishes
ενεστώτα μετοχή
tarnishing
απλός αόριστος
tarnished
παθητική μετοχή
tarnished
Tarnish
01
θάμπωμα, οξείδωση
discoloration of metal surface caused by oxidation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tarnishes



























