to tarnish
Pronunciation
/ˈtɑɹnɪʃ/

Ορισμός και σημασία του "tarnish"στα αγγλικά

to tarnish
01

θολώνω, σκουραίνω

to make dull, dark, or discolored as a consequence of exposure to air, dust, or moisture
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tarnish
γ΄ ενικό πρόσωπο
tarnishes
ενεστώτα μετοχή
tarnishing
απλός αόριστος
tarnished
παθητική μετοχή
tarnished
01

θάμπωμα, οξείδωση

discoloration of metal surface caused by oxidation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tarnishes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store