tarmac
Pronunciation
/ˈtɑɹˌmæk/

Ορισμός και σημασία του "tarmac"στα αγγλικά

01

ταρμάκ, ασφαλτοστρωμένη επιφάνεια

a paved surface having compressed layers of broken rocks held together with tar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tarmacs
02

ταρμάκ, ασφαλτος

a type of road surface made of tar mixed with crushed stone, commonly used for runways and road
Παραδείγματα
The tarmac needed resurfacing after years of heavy use.
Ο ταρμάκ χρειαζόταν επανάστρωση μετά από χρόνια βαριάς χρήσης.
to tarmac
01

ασφαλτοστρώνω, καλύπτω με μακάδαμ

surface with macadam
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tarmac
γ΄ ενικό πρόσωπο
tarmacs
ενεστώτα μετοχή
tarmacking
απλός αόριστος
tarmacked
παθητική μετοχή
tarmacked
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store