Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tarmac
01
ταρμάκ, ασφαλτοστρωμένη επιφάνεια
a paved surface having compressed layers of broken rocks held together with tar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tarmacs
02
ταρμάκ, ασφαλτος
a type of road surface made of tar mixed with crushed stone, commonly used for runways and road
Παραδείγματα
Workers laid fresh tarmac on the main highway.
Οι εργάτες έστρωσαν φρέσκο ταρμάκ στον κύριο αυτοκινητόδρομο.
to tarmac
01
ασφαλτοστρώνω, καλύπτω με μακάδαμ
surface with macadam
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tarmac
γ΄ ενικό πρόσωπο
tarmacs
ενεστώτα μετοχή
tarmacking
απλός αόριστος
tarmacked
παθητική μετοχή
tarmacked
Λεξικό Δέντρο
tarmac
tar
mac



























