tarantella
ta
ˌtæ
ran
rən
rēn
te
ˈtɛ
te
lla
tarantula
tarantelle

Ορισμός και σημασία του "tarantella"στα αγγλικά

01

μια ταραντούλα, ένας χορός ταραντούλα

a fast, lively Italian folk dance with quick steps and spinning movements 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tarantellas
Παραδείγματα
The couple performed a joyful tarantella at the wedding. 

Το ζευγάρι εκτέλεσε μια χαρούμενη ταραντούλα στο γάμο.

02

μουσική που συνθέθηκε σε εξάσημο χρόνο για τον χορό της ταραντούλας, ταραντούλα

music composed in six-eight time for dancing the tarantella 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store