Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tampon
01
ταμπόν, υγειονομικό ταμπόν
a piece of cotton material that a woman inserts into her vagina to stop blood from coming out during her period
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tampons
Παραδείγματα
She always carries tampons in her bag for emergencies.
Πάντα κουβαλά ταμπόν στην τσάντα της για επείγουσες περιπτώσεις.
to tampon
01
ταμπονάρω, φράσσω
to block, absorb, or plug a cavity or wound using a tampon
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tampon
γ΄ ενικό πρόσωπο
tampons
ενεστώτα μετοχή
tamponing
απλός αόριστος
tamponed
παθητική μετοχή
tamponed
Παραδείγματα
The nurse tamponed the wound to stop the bleeding.
Η νοσοκόμα ταμπόνισε το τραύμα για να σταματήσει την αιμορραγία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
tamponage
tampon



























