Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bike
01
ποδήλατο, μηχανή
a vehicle that has two wheels and moves when we push its pedals with our feet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bikes
Παραδείγματα
He bought a new bike for his son's birthday.
Αγόρασε ένα καινούριο ποδήλατο για τα γενέθλια του γιου του.
02
μοτοσικλέτα, μπούμερ
a motor vehicle with two wheels and a strong frame
to bike
01
ποδηλατώ, κάνω ποδήλατο
to use a bicycle to reach one's destination
Intransitive: to bike | to bike somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
bike
γ΄ ενικό πρόσωπο
bikes
ενεστώτα μετοχή
biking
απλός αόριστος
biked
παθητική μετοχή
biked
Παραδείγματα
The group of friends decided to bike to the beach, making the journey part of their outdoor adventure.
Η ομάδα των φίλων αποφάσισε να πάει με ποδήλατο στην παραλία, κάνοντας το ταξίδι μέρος της περιπέτειάς τους στο ύπαιθρο.



























