Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bike
01
ποδήλατο, μηχανή
a vehicle that has two wheels and moves when we push its pedals with our feet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bikes
Παραδείγματα
He rides his bike to work every morning.
Οδηγεί το ποδήλατό του στη δουλειά κάθε πρωί.
02
μοτοσικλέτα, μπούμερ
a motor vehicle with two wheels and a strong frame
to bike
01
ποδηλατώ, κάνω ποδήλατο
to use a bicycle to reach one's destination
Intransitive: to bike | to bike somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
bike
γ΄ ενικό πρόσωπο
bikes
ενεστώτα μετοχή
biking
απλός αόριστος
biked
παθητική μετοχή
biked
Παραδείγματα
On sunny weekends, families often bike together in the park, enjoying the fresh air and exercise.
Τα ηλιόλουστα σαββατοκύριακα, οι οικογένειες συχνά ποδηλατούν μαζί στο πάρκο, απολαμβάνοντας τον καθαρό αέρα και την άσκηση.



























