Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bijou
01
κοσμήμα
a small and delicately worked piece
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bijous
bijou
01
κοσμήματος (ειδικά για ένα κτίριο) μικρό, αλλά κομψό και ελκυστικό
(particularly of a building) small, yet stylish and attractive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bijou
συγκριτικός βαθμός
more bijou
διαβαθμίσιμο



























