bijou
bi
ˈbi:
bi
jou
ʒu:
zhoo
bijoux

Ορισμός και σημασία του "bijou"στα αγγλικά

01

κοσμήμα

a small and delicately worked piece 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bijous
01

κοσμήματος (ειδικά για ένα κτίριο) μικρό, αλλά κομψό και ελκυστικό

(particularly of a building) small, yet stylish and attractive 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bijou
συγκριτικός βαθμός
more bijou
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
architecture, design, aesthetics

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store