Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tamp down
[phrase form: tamp]
01
μειώνω, κατευνάζω
to reduce the intensity or force of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
tamp
ενεστώτας
tamp down
γ΄ ενικό πρόσωπο
tamps down
ενεστώτα μετοχή
tamping down
απλός αόριστος
tamped down
παθητική μετοχή
tamped down
Παραδείγματα
The supervisor had to tamp down rumors spreading among the staff about layoffs.
Ο επόπτης έπρεπε να καταστείλει τις φήμες που διαδίδονταν μεταξύ του προσωπικού σχετικά με απολύσεις.
02
συμπιέζω, σφίγγω
to press something down firmly and tightly
Παραδείγματα
The builder tamps down the sand to make the surface level.
Ο οικοδόμος συμπιέζει την άμμο για να κάνει την επιφάνεια επίπεδη.



























