tamed
tamed
teɪmd
τειμντ
/tˈe‍ɪmd/

Ορισμός και σημασία του "tamed"στα αγγλικά

01

εξημερωμένος, κατασταλμένος

brought from wildness into a domesticated state
tamed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tamed
συγκριτικός βαθμός
more tamed
διαβαθμίσιμο
02

εξημερωμένος, δαμασμένος

brought from wildness

Λεξικό Δέντρο

untamed
tamed
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store